Η κοινή περιπέτεια του ορεσίβιου Αγίου Γεωργίου και του Αχελώου

  • Εκτύπωση

Τοπιογραφία.

Νότια Πίνδος. Χιλιετίες επί χιλιετιών, εδώ γεννιέται καθημερινώς ο βασιλέας των ποταμών. Στον Λάκμο είναι νήπιο. Αργότερα ενηλικιώνεται, καθώς τον τρέφουν το χαοτικό δασοσκεπές ανάγλυφο της περιοχής του Ασπροποτάμου και οι ιλιγγιώδεις απορροές των Αθαμανικών. Και ξεχύνεται πάντροφος και τελεσφόρος στο Νότο. Οι επιβλητικοί υδροκρίτες τον καμαρώνουν. Στέλνουν τους σκληροτράχηλους χειμάρρους τους να τον συναντήσουν.  Η άγρια ζωή τον υποδέχεται ανακουφισμένη. Κι η Αιτωλοακαρνανία γίνεται γη υδρόεσσα στο πέρασμά του. Ευγνωμονούσα τον ξεπροβοδίζει για το Ιόνιο.

Μετά την πρώτη του πληγή, στη Μεσοχώρα, όπου εγκαταλείπει για λίγο τη φυσική του διαδρομή καταναγκασμένος, ο Αχελώος ανακτά δυνάμεις και πεισμωμένος προσπερνά τους γαντζωμένους στις πλαγιές οικισμούς του Αετού, της Λαφίνας, της Κορυφής, της Γλίστρας.  Πρόσκαιρη στροφή προς την Ανατολή.  Ένας τρελλός ελιγμός, θαρρείς από διονυσιακό μεθύσι, και εισέρχεται στην νορβηγοπρεπή κοιλάδα που ορίζεται από τους όγκους του Χατζή και των Φρουσίων.

Αποβίβαση. Στο στρατηγείο του ορεσίβιου στρατηλάτη Αγίου Γεωργίου. Στο Απολλώνειον της Πίνδου.  Στο καστρομονάστηρο του Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων.  Aν είναι αγέρωχο, από τ’αθέσφατο ιστορικό του βάρος είναι.  Κι αν είναι ακριβοθώρητο, είναι από σέβας στο τοπίο.  Κι αν μοιάζει σκυθρωπό, η λήθη η ρημάδα πταίει.  Μα η ορεινή του μοναξιά δεν είν΄ αβάσταχτη, αφού αιώνες τώρα τον Αχελώο έχει αείρυτη, γλυκειά παρέα.

 

Εισαγωγή.

Το ποτάμι ήταν εξ αρχής αναπόσπαστο στοιχείο της θεόδμητης χωροταξίας της Γαίας.  Το μοναστήρι κατέστη από της ιδρύσεώς του αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρωπογενούς χωροταξίας της Ελλάδος, της Θεσσαλίας, της Πίνδου.  Μοιραίως λοιπόν η μοίρα τους ενώθηκε και κατά έναν άκρως μυθιστορηματικό τρόπο πορεύεται ενωμένη εν κινδύνω, όπως θα δούμε αμέσως τώρα.

 aggeorgios.jpg

Ο κοινός εχθρός.

Οι εμπνευστές του σχεδίου εκτροπής των υδάτων του Αχελώου προς τον θεσσαλικό κάμπο επικαλούνται, προκειμένου να το δικαιολογήσουν, το υδρολογικό έλλειμμα του υδατικού διαμερίσματος της Θεσσαλίας έναντι εκείνου της Δυτικής Ελλάδας.  Το γεγονός ότι εδώ και εξήντα έτη οι αγρότες της Θεσσαλίας κατασπαταλούν το νερό, αρδεύοντας την εξόχως υδροβόρα βαμβακοκαλλιέργεια καταμεσήμερο με τα υδροκτόνα κανόνια, ουδόλως τους απασχολεί.  Η μετακόμιση των ποταμών μπορεί να γοητεύει τους μηχανικούς, αλλά συνιστά εγχείρημα με συντριπτικές και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ιδίως όταν συνδυάζεται με δημιουργία λιμναίων επιφανειών στον άνω ρου.  Το τεχνικό σύστημα λοιπόν της λεγόμενης εκτροπής του Αχελώου περιλαμβάνει σε γενικές γραμμές την κατασκευή δύο μεγάλων φραγμάτων και αντίστοιχων υδροταμιευτήρων, καθώς και υδροηλεκτρικών εργοστασίων στον άνω ρου του ποταμού.  Το βορειότερο φράγμα, το οποίο έχει ήδη κατασκευασθεί από το 1994, ευρίσκεται στη Μεσοχώρα, η δε τεχνητή του λίμνη θα φθάνει μέχρι τη γέφυρα Αλεξίου στο ύψος του Γαρδικίου.  Το νοτιότερο φράγμα κατασκευάζεται στη Συκιά, από όπου ξεκινά η σήραγγα διοχέτευσης των υδάτων του ποταμού προς τον κάμπο, μήκους 17.400 μέτρων.  Η πλήρωση του υδροταμιευτήρα του φράγματος αυτού συνεπάγεται την κατάκλυση του μνημείου του Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων.  Ο αιώνιος σύντροφος του καστρομονάστηρου θα το πνίξει με τα ίδια του τα «χέρια» επειδή το 1986 στο Κιλελέρ ένας πολιτικός υποσχέθηκε στους αγρότες την μετακόμιση του ποταμού!

 

Το ύψιστο οικολογικό διακύβευμα.

Είναι αδύνατον να αναφερθούν εδώ οι πολυεπίπεδες, καταστροφικές, μη γραμμικές και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου της εκτροπής και ενεργειακής αξιοποίησης των υδάτων του Αχελώου. Είναι όμως απαραίτητο να αποδοθεί η συστημική εικόνα του κινδύνου. Έχουμε τονίσει και αλλαχού, ότι τα οικοσυστήματα λειτουργούν όπως οι ζωντανοί οργανισμοί και συνεπώς έχουν, όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, όριο αντοχής, το οποίο στην επιστήμη της οικολογίας ονομάζεται φέρουσα ικανότητα.  Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ολόκληρος ο κάτω ρους του Αχελώου έχει ποδηγετηθεί, συνιστώντας πλέον ένα τεχνητό σύστημα, η περαιτέρω καταλυτική επέμβαση στον άνω ρου ενδέχεται να αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ποταμό και δη κατά διττό τρόπο.  Η δημιουργία εκτεταμένων λιμναίων επιφανειών επιφέρει αλλαγή του κλίματος.  Μεταξύ άλλων, αυξάνεται η υγρασία, πράγμα που σημαίνει μείωση χιονόπτωσης/χιονόστρωσης. Ακόμη και οι μαθητευόμενοι υδρολόγοι γνωρίζουν τον κυριαρχικό ρόλο του χιονιού στην υδρολογική υγεία επιφανειακών τε και υπογείων υδατικών συστημάτων.  Εξάλλου, οι υδροταμιευτήρες εμφανίζουν ένα πρόβλημα, αξεπέραστο μέχρι σήμερα από τους πολυπράγμονες και αλαζόνες μηχανικούς.  Έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής. Αργά ή γρήγορα γεμίζουν με τα φερτά υλικά των ποταμών.  Ουδείς από τους μελετητές του σχεδίου εκτροπής, τους οποίους πληρώνει αφειδώς το ελληνικό κράτος, δηλαδή εμείς οι πολίτες του, έχει ασχοληθεί με τα μείζονα αυτά ζητήματα.

Με άλλα λόγια, η Πολιτεία μας, αντί να θέσει φραγμό στη λεηλασία του υδροφόρου ορίζοντα του θεσσαλικού κάμπου και προκειμένου να παραχθεί (υδρο)ηλεκτρική ενέργεια για 40-50 έτη αντιστοιχούσα σε λιγότερο από 2% της σημερινής συνολικής ζήτησης ενέργειας, διακινδυνεύει τη φέρουσα ικανότητα του κορυφαίου υδατικού πόρου της χώρας, στον οποίον προσβλέπουν οι επόμενες γενεές, για να ξεδιψάσουν, για να καλλιεργήσουν, για να διεκπεραιώσουν αξιοπρεπώς τη βιοτική τους περιπέτεια!

 

Ο Άγιος Γεώργιος και ο Αχελώος στα Δικαστήρια

Το ολέθριο σχέδιο αδειοδοτήθηκε για πρώτη φορά από την ελληνική Διοίκηση το 1991.  Περιβαλλοντικές οργανώσεις και φορείς της Αιτωλοακαρνανίας προσέβαλαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες ακυρώθηκαν με τις μνημειώδεις υπ’ αριθ. 2759 & 2760/1994 αποφάσεις του Δικαστηρίου, επειδή η Διοίκηση δεν είχε στηριχθεί σε συνθετική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ώστε να καταστεί δυνατόν να διαγνωσθεί και αξιολογηθεί η συνολική επίδραση στο περιβάλλον από την αλλοίωση του υδρολογικού ισοζυγίου μεταξύ Θεσσαλίας και Δυτικής Ελλάδας. Νέες Μελέτες, νέα πράξη αδειοδότησης το 1995, νέα προσφυγή από τους ίδιους αιτούντες στο ίδιο Δικαστήριο. Τώρα, μαζί με την πράξη αδειοδότησης προσεβάλλετο και η απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, με την οποίαν εγκρίθηκε ασμένως από τους πρωτευουσιάνους αρχαιολόγους η κατάκλυση του «χωριάτη» Αγίου Γεωργίου. Αυτή τη φορά, το Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 3478/2000 απόφαση της Ολομελείας του, ικανοποιήθηκε από την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά ακύρωσε εκ νέου, επειδή «δεν εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις ως προς τον τρόπο κατασκευής, τη διάρθρωση και το μέγεθος των επίμαχων έργων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η εκτροπή του Αχελώου κατά τρόπο ώστε να αποτραπεί η καταστροφή τουλάχιστον των περισσότερο αξιόλογων από τα μνημεία της περιοχής των έργων, μεταξύ των οποίων το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων, εκκλησίες και τοξωτά λιθόκτιστα γεφύρια…».

Αναγκάσθηκε λοιπόν η Διοίκηση να ασχοληθεί με το μοναστήρι. Και τι νομίζετε ότι σκαρφίστηκε;  Την κατασκευή γύρωθεν του μνημείου ενός αναχώματος/φράγματος.  Το καταχώνιασμά του σε ένα πηγάδι, όπως προσφυώς είπε ο Χρήστος Ροκόφυλλος.  Εννοείται, ότι το υπουργείο Πολιτισμού έσπευσε αμέσως να εγκρίνει τη νέα μνημειοκτόνο παραλλαγή, που απέκοπτε βιαίως το μοναστήρι από το φυσικό τοπίο στο οποίο ήταν ανέκαθεν ενταγμένο.  Νέα Μελέτη, νέα αδειοδότηση το 2003, νέα προσφυγή, νέα ακύρωση με την 1688/2005 απόφαση της Ολομελείας. Δεν ήταν το πηγάδι που ενόχλησε, αλλά το γεγονός της έλλειψης ευρύτερου προγραμματισμού διαχείρισης υδατικών πόρων, όπως απαιτούσε η νεοεμφανισθείσα κοινοτική Οδηγία- πλαίσιο για τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτων (2000/60/ΕΚ).  Το Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε στην ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων, αλλά ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή «να κρίνει εάν εμμένει στην εκτέλεση του έργου, ενόψει των νέων πραγματικών και νομικών δεδομένων που ισχύουν για το επίδικο έργο, κατ’ εκτίμηση των υδατικών αναγκών της Θεσσαλίας και της Δυτικής Στερεάς… στο πλαίσιο πάντοτε της βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων».

Εκείνη την εποχή, υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων ήταν ένας πολιτικός μηχανικός, ο οποίος απηύδησε ο άνθρωπος από τις συνεχείς ακυρώσεις και για διαφορετικό κάθε φορά λόγο, και εισηγήθηκε στον έλληνα νομοθέτη να βγάλει αυτός το φίδι από την τρύπα. Πράγματι, επειδή στο παρ’ ημίν δικαιοδοτικό/δικονομικό σύστημα δεν προβλέπεται ευθεία προσβολή νόμου, και προκειμένου να παρακαμφθεί το ενοχλητικό εμπόδιο του Δικαστηρίου, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε τον νόμο 3481/2006, διά του οποίου επιβλήθηκε εν ολίγοις η εκτέλεση και περάτωση των έργων εκτροπής.  Υπό το ισχύον κοινό νομοθετικό πλαίσιο, το Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτες τις νέες οργισμένες προσφυγές.  Αλλά πριν από την κοινή νομοθεσία υπάρχει το Σύνταγμα, το οποίο καθιερώνει ως ύψιστο κανόνα της πολιτειακής συγκρότησης και λειτουργίας, την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών/εξουσιών του κράτους.  Μη ανεχόμενο την οφαλμοφανή παραβίαση της αρχής αυτής, το Δικαστήριο βρήκε τρόπο να κάνει κατ’ αρχήν δεκτές τις αιτήσεις ακυρώσεως και εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά δεν εξέδωσε οριστική απόφαση. Απέστειλε προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεκατέσσερα (14)! προδικαστικά ερωτήματα, που αφορούσαν το συμβατόν των επίμαχων έργων με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων.  Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απήντησε, όπως απήντησε, και με βάση τις απαντήσεις του το εν Ολομελεία Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε την υπ’ αριθ. 26/2014 πολυσέλιδη απόφασή του, το σκεπτικό της οποίας συνοψίζεται στην φράση «με τα δεδομένα αυτά, το επίδικο έργο εκτροπής… των υδάτων του Αχελώου, όπως έχει σχεδιασθεί και εγκριθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται προδήλως στην αρχή της Βιώσιμης Ανάπτυξης».

Όλοι πανηγύρισαν για την φερόμενη ως οριστική και αμετάκλητη δικαστική ταφόπλακα στο σχέδιο εκτροπής.  Σύσσωμη η Αιτωλοακαρνανία, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι υπόλοιποι της ομάδας νομικών που υπερασπίσθηκαν την υπόθεση.  Μόνον ο γράφων απέμεινε και παραμένει σκεπτικός.

 

Το σήμερα και το μέλλον.

Λίαν προσφάτως, η κυβέρνηση διακήρυξε, διά στόματος του πρωθυπουργού, το ενδιαφέρον της για εκτροπή μίας περιορισμένης ποσότητας των υδάτων του Αχελώου, φροντίζοντας να μας διαβεβαιώσει ότι δεν θα ανεχθεί σπατάλη του νερού στη Θεσσαλία.  Παραλλήλως, εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε το λεγόμενο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων την πλήρη απολιγνιτοποίηση της χώρας μέχρι το έτος 2028 και την άνοδο του μεριδίου των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην τελική ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στο 60%.  Ανεξαρτήτως του ότι το σχέδιο αυτό, το οποίο δίδει πρωτεύοντα ρόλο στην στοχαστική ενέργεια, δεν είναι ούτε επαρκές, ούτε ασφαλές, ούτε βιώσιμο, ούτε ευθηνό για τους καταναλωτές, η εφαρμογή του σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι καθίστανται απαραίτητα όλο και περισσότερα συμβατικά εργοστάσια.  Είναι πασίγνωστο, ότι τα πολυδιαφημιζόμενα τεχνικά συστήματα εκμετάλλευσης των ΑΠΕ δεν επιλύουν το ενεργειακό πρόβλημα οποιασδήποτε χώρας. Αντιθέτως, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά εργοστάσια έχουν μεγάλη σημασία για το ενεργειακό σύστημα, λόγω της ικανότητάς τους να ανταποκρίνονται ταχύτατα στις ανάγκες του.

Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη κι αν η εκτροπή του Αχελώου δεν πραγματοποιηθεί, είναι δύσκολο να υποθέσουμε, ότι το φράγμα και ο υδροταμιευτήρας της Συκιάς θα εγκαταλειφθούν.  Σημειωτέον ότι το αντίστοιχο έργο της Μεσοχώρας αδειοδοτήθηκε και εάν δεν ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, θα είναι έτοιμο να λειτουργήσει σε δύο περίπου έτη.

Δυστυχώς, λοιπόν, η οδυνηρή κοινή περιπέτεια του Αχελώου και του Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων δεν έληξε και αυτό σημαίνει ότι παραμένουμε στις επάλξεις.

 

Γιώργος Χριστοφορίδης

13/05/2020