Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος στη Δημόσια Διαβούλευση για τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των έργων

  • Εκτύπωση

Α. Αιολικός Σταθμός Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) συνολικής ισχύος 40MW στη θέση Μίχος-Βοϊδολίβαδο-Απελίνα (Άγραφα)

Β. Αιολικός Σταθμός Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) συνολικής ισχύος 46MW στη θέση Γραμμένη-Τούρλα-Καρνόπι (Άγραφα)

 

 

Αθήνα, 3 Φεβρουαρίου 2021

 

AgrafaMountains.JPG

Οι επίμαχες χωροθετήσεις των δύο νέων ΑΣΠΗΕ στα Άγραφα, στις θέσεις Μίχος-Βοϊδολίβαδο-Απελίνα και Γραμμένη-Τούρλα-Καρνόπι, πέραν των ειδικών παρατηρήσεων που επισημαίνει το «Δίκτυο Φορέων και Πολιτών για την Προστασία των Αγράφων», τις οποίες και συμμεριζόμαστε, παρουσιάζουν πρόσθετες σοβαρές παραλείψεις που προκύπτουν από την σχέση τους με το ισχύον Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Οι παραλείψεις αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία και κατά πλήρη παράβαση των επιστημονικών προδιαγραφών που διέπουν τον χωροταξικό σχεδιασμό, το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας δεν πληροί καμμία από τις προϋποθέσεις της σχετικής επιστημονικής μεθοδολογίας.  Συγκεκριμένα, αντί να προβεί αυτό το ίδιο, μετά από εξειδικευμένη έρευνα και τεκμηρίωση, στον ακριβή προσδιορισμό, των περιοχών εκείνων της Χώρας στις οποίες ενδείκνυται η εγκατάσταση κάθε συγκεκριμένου είδους ΑΠΕ (αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκά πάρκα, γεωθερμία, βιομάζα κ.ο.κ.), επιτρέπει την χωροθέτηση αιολικών πάρκων σε ολόκληρη την Επικράτεια [Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας (ΠΑΠ) και Περιοχές Αιολικής Καταλληλότητας (ΠΑΚ)].  Η χωροθέτηση αποκλείεται μόνο σε εντελώς περιορισμένες περιπτώσεις, στις λεγόμενες «κατηγορίες ζωνών αποκλεισμού», στις οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται τα δάση (αλλά μόνον οι πυρήνες των Εθνικών Δρυμών και τα Αισθητικά Δάση).  Και ναι μεν στις εξαιρέσεις περιλαμβάνονται οι Περιοχές Απολύτου Προστασίας και Προστασίας της Φύσης των παρ. 1 και 2 του άρθρου 19 του Ν. 1650/86 (Α’ 160), πλην όμως, κατά παράβαση των Συνταγματικών και Ενωσιακών μας υποχρεώσεων (βλ. χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17.12.2020), αυτές δεν έχουν δυστυχώς θεσμοθετηθεί παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα πολλές περιοχές που συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά, όπως είναι και οι παρθένοι ορεινοί όγκοι των Αγράφων, να παραμένουν εκτός προστασίας.

Το ανωτέρω Ειδικό Πλαίσιο, σε συνδυασμό και με την Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην οποία στηρίζεται, παραδέχεται τον υψηλό βαθμό γενικότητας που το χαρακτηρίζει, θεωρεί όμως ότι το πρόβλημα αυτό θεραπεύεται με την μετάθεση των απαντήσεων στα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία θα έπρεπε κανονικά να αντιμετωπίζονται στο επίπεδο του Στρατηγικού Σχεδιασμού, σε μεταγενέστερο στάδιο, το οποίο χαρακτηρίζει ως «επόμενο ωριμότερο (sic) στάδιο σχεδιασμού των έργων» !!

Με δεδομένη λοιπόν τη δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών πάρκων σε ολόκληρη ουσιαστικά την Επικράτεια, η απόφαση για κάθε μεμονωμένη χωροθέτηση λαμβάνεται ατομικά, με κριτήριο –σύμφωνα με το ανωτέρω Ειδικό Πλαίσιο- τη μέγιστη επιτρεπόμενη πυκνότητα αιολικών εγκαταστάσεων σε επίπεδο πρωτοβάθμιου ΟΤΑ (κριτήριο προδήλως απρόσφορο αφού στηρίζεται στη διοικητική διαίρεση της Χώρας, η οποία ουδόλως αντιστοιχεί στα γεωμορφολογικά, υδρολογικά, περιβαλλοντικά, ακόμα και οικιστικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής), την τήρηση ωρισμένων κανόνων ένταξης στο τοπίο και τη λεγόμενη «φέρουσα ικανότητα» («χωρητικότητα») μιας περιοχής ως προς την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ.

Η προσέγγιση αυτή του Ειδικού Πλαισίου, ανεξάρτητα από την επιστημονική εγκυρότητά της, δημιουργεί πάντως εξαιρετικά αυξημένες απαιτήσεις στο επίπεδο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, οι οποίες δεν πληρούνται εν προκειμένω.  Οι απαιτήσεις αυτές συνίστανται ιδίως στην εξαντλητική μελέτη και τεκμηρίωση του πράγματι ζητουμένου, αν δηλαδή οι συγκεκριμένες χωροθετήσεις παραβιάζουν ή όχι την φέρουσα ικανότητα της περιοχής.  Προς τούτο απαιτείται η εκτίμηση των επιπτώσεων όχι μόνον του κάθε ΑΣΠΗΕ λαμβανομένου ατομικά και αποσπασματικά, αλλά του συνόλου των αιολικών εγκαταστάσεων που έχουν ήδη χωροθετηθεί ή βρίσκονται σε εξελισσόμενη διαδικασία αδειοδότησης στην ευρύτερη περιοχή.  Αυτό είναι απολύτως αναγκαίο, δεδομένου ιδίως ότι το Ειδικό Πλαίσιο δεν προβαίνει σε καμμία εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας των περιοχών που ορίζει ως ΠΑΠ και ΠΑΚ (δηλ. ολόκληρης της χώρας και εν προκειμένω των Αγράφων), αλλά απλώς την μεταθέτει στο επόμενο επίπεδο της ατομικής χωροθέτησης, αναφέροντας ότι «τα πραγματικά τοπικά χωροταξικά δεδομένα μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν μετά από σχετική μελέτη σε τοπικό επίπεδο».  Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το Σχέδιο αγνοεί πλήρως τα ποικίλα κριτήρια που πρέπει να συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας, περιοριζόμενο (σε μια και μόνο σελίδα) σε μια γενικότατη αναφορά σε σχέση με τον ανταγωνισμό μεταξύ ΑΠΕ και άλλων χρήσεων γης.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι το Σχέδιο πάσχει ουσιωδώς ως προς τη σύλληψη της ίδιας της έννοιας της φέρουσας ικανότητας (την οποία μάλιστα εκλαμβάνει ως υποκειμενική (!), δηλ. καθοριζόμενη, όπως ρητά αναφέρει, σε συνάρτηση με τις ισχύουσες κοινωνικές, πολιτιστικές και ψυχολογικές αντιλήψεις και διαχρονικά μεταβαλλόμενη μέσω των προσαρμογών των ανθρώπινων και φυσικών οικοσυστημάτων), η κρίσιμη αυτή εκτίμηση μετατέθηκε στο επίπεδο των επίμαχων ατομικών περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων.  Η εκτίμηση δε αυτή οφείλει να ερείδεται σε αντικειμενική διαπίστωση του αν, εξαιτίας της χωροθετήσεων αυτών, τα ουσιώδη στοιχεία του φυσικού, πολιτιστικού και οικιστικού περιβάλλοντος των Αγράφων δύνανται να μεταβληθούν σε βαθμό τέτοιο, ώστε το όλο σύστημα, δηλ. ολόκληρη η περιοχή, να απολέσει τελικά την ταυτότητά του.  Στην προκειμένη δε περίπτωση, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην επιστημονική αξιολόγηση των επιπτώσεων στο τοπίο. Η προστασία του τοπίου των Αγράφων, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους (φυσικό ανάγλυφο, συνεχείς εναλλαγές κ.ο.κ.), προδήλως δεν εξαντλείται στον καθορισμό ελάχιστων αποστάσεων μεταξύ αιολικών πάρκων και προστατευτέου τοπίου, οι οποίες, ακόμα και κατά κοινή πείρα, είναι ανεπαρκείς για την παροχή της δέουσας προστασίας.

 

Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι επίμαχες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων παρακάμπτουν ουσιαστικά το κρίσιμο αυτό ζήτημα. Πλην όμως, η νομική προστασία του τοπίου με διεθνείς συμβάσεις (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο-European Landscape Convention, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν.3827/2010) και άλλα ειδικότερα νομοθετήματα (προστασία βιοποικιλότητος, όροι δόμησης κ.λπ.) αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη προστασία όλων των επιμέρους στοιχείων που συνδέονται στενά και αλληλεπιδρούν στη διαμόρφωση και διατήρηση ενός τοπίου ως συστήματος. Το τοπίο αποτελεί αντικειμενικό σύστημα, το οποίο προσδιορίζεται επιστημονικά με στοιχεία όπως το σχήμα, η φόρμα, η γραμμή, το χρώμα, η υφή κ.λπ. Τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν κάθε τοπίο αλλοιώνονται έντονα και κατά κανόνα ανεπανόρθωτα από τις επεμβάσεις σε αυτό.  Δεν είναι όλα τα τοπία δεκτικά παρεμβάσεων τόσο ριζικών για τη φυσιογνωμία τους όπως η εγκατάσταση αιολικών πάρκων.  Η αλλοίωση του τοπίου από την εγκατάσταση α/π είναι αναμφισβήτητη και αποτελεί γεγονός αντικειμενικό και ανεξάρτητο από την υποκειμενική, θετική ή αρνητική, γνώμη του παρατηρητή.  Για το λόγο αυτό, μια τέτοιου είδους εγκατάσταση προϋποθέτει χαρτογράφηση και απεικόνιση των χαρακτηριστικών κάθε συγκεκριμένου τοπίου και της συνέχειάς του στο χώρο, προκειμένου να εκτιμηθεί το επιτρεπτό ή μη της επέμβασης στο τοπίο αυτό, καθώς και η δυνατότητα ή μη της αποκατάστασής του.  Είναι περιττό να επισημάνουμε ότι τέτοιες εκτιμήσεις δεν περιλαμβάνονται ούτε στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ και τη ΣΜΠΕ που το συνοδεύει, ούτε στις επίμαχες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των αιολικών σταθμών στις κορυφογραμμές Μίχος-Βοϊδολίβαδο-Απελίνα και Γραμμένη-Τούρλα-Καρνόπι των Αγράφων, περιορίζονται σε αποσπασματική εκτίμηση των επιπτώσεων καθενός από τους αντίστοιχους ΑΣΠΗΕ ξεχωριστά, ενώ οφείλουν να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις αυτές συνολικά και σε συνδυασμό με όλες τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις που έχουν ήδη εγκριθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης στην ευρύτερη περιοχή.  Τούτο αποτελεί απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την εκτίμηση της βιωσιμότητάς τους, δεδομένου ότι η περιοχή των Αγράφων αποτελεί μια αδιάσπαστη ενότητα τόσο από απόψεως τοπίου όσο και από πλευράς οικοσυστημάτων, ενδιαιτημάτων, υδρολογικών στοιχείων, μικροκλίματος κ.λπ.

 

Αθήνα, 3 Φεβρουαρίου 2021

Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος